ΔΩΡΟΣ ΛΟΙΖΟΥ

ΔΩΡΟΣ ΛΟΪΖΟΥ

1-Δωρος

Ο Δώρος Λοΐζου γεννήθηκε στη Λευκωσία 23.2. 1944. Το 1956 φοιτά στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Το 1966-1968 πηγαίνει στη Ρόδο για Ξενοδοχειακά. Το 1969 φοιτά στο Hellenic College της Βοστώνης. Το 1972 παίρνει το δίπλωμα Β.Α. ιστορίας.
Το 1972-1974 εργάζεται σαν καθηγητής στην ‘Αγγλική Σχολή Λευκωσίας.
Μετά την επιστροφή του στην Κύπρο το 1972, έπαιξε ένα δραστήριο ρόλο στον πολιτικό αγώνα της Πατρίδος του.
Στις 30 Αύγουστου δολοφονείται από τούς φασίστες στην πλατεία, «’Ελευθερίου Βενιζέλου» στη Λευκωσία σε ενέδρα που έστησαν κατά του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ο πρόεδρος του ΕΔΕΚ, Βάσος Λυσσαρίδης και οδηγούσε ο Λοΐζου.
Ο Λοΐζου είχε μεταφράσει στα ελληνικά ποιήματα ξένων λογοτεχνών ενώ εξέδωσε και την προσωπική του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ψωμί και Ελευθερία»

1-βιβλιο

 

ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ TOY ΛΕΥΤΕΡΟΥ

Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω
θα φορέσω το πρόσωπο ανάποδα
και θα βγω στους δρόμους και στις πλατέες
με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα
να ρεζιλέψω τους οπαδούς του συρματοπλέγματος,
να βάλω φωτιά στην Πρεσβεία του Θανάτου.

Θαρθούν οι γνωστικοί
να μου βάλουν τρικλοποδιά,
γιατί τους διώχνω τους πελάτες απο τα μαγαζιά.

Θαρθούν οι «ειδικοί αστυνομικοί»
να μου σπάσουν τα πλευρά
γιατί βάζω οργή και φωτιά στα παιδιά.

Θαρθούν οι κόκκινοι
να μου κοκκινίσουν το μούτρο
γιατί είμαι πιο κόκκινος απ’ αυτούς.

Θαρθούν οι λευκοί
να μου μαυρίσουν το μάτι
γιατί είμαι πιο λευκός απ’ αυτούς.

Θαρθούν οι φωτισμένοι
να μου αλλάξουν τα φώτα
γιατί είμαι πιο φωτισμένος απ’ αυτούς.

Θαρθούν
οι γελοίοι, οι σοβαροί, οι ανατολικοί, οι δυτικοί,
οι προτεστάντες, οι καθολικοί, οι δικοί, οι οχτροί,
οι διαόλοι, οι θεοί,
τελοσπάντων όλοι, εκείνοι κι αυτοί
που παίρνουν τη ζωή σαν καπρίτσιο της στιγμής,

Μα εγώ, θα ξαναρίξω τα μαλλιά μου πίσω
θα ξαναφορέσω το ματωμένο πρόσωπο, ανάποδα
και θα βγω στους δρόμους και στις πλατέες
με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα
να διεκδικήσω: Ψωμί και Ελευθερία.

 

SINE SOLE SILEO

Αύριο το πρωί
θ’ αρμενίσουμε πάλι
για πιο γελαστές θάλασσες
για καινούργια παρθένα νησιά.

Αύριο το πρωί
τα γαλάζια μας καράβια θα χαράξουν
κάποιο πιο δροσερό Αιγαίο
με συντροφιά ξέγνοιαστα δελφίνια.

Η ζωή συνεχίζεται.
Το ποτάμι που μόνο προορισμό
τη θάλασσα έχει
κυλά τραγουδώντας το σκοπό τον παμπάλαιο.
«Ένα μόνο αληθινό και υπαρχτό
κι αυτό το ένα είναι το φώς.
Μακάριοι όσοι κατέχουν τούτο το νόημα
ωραίοι κι αθάνατοι στον αιώνα μένουν».

Αύριο το πρωί
θ’ ανταμωθούμε πάλι
με κορίτσια, πιο διάφανα κι αγαπημένα
που τραγουδώντας θα λουλουδίσουμε το κρεβάτι του έ
μετουσιώνοντας το πάθος σε χαρά και σε γνώση.

Αύριο το πρωί
θα βρεθούμε στα πανιά τα μεγάλα
τραγουδώντας.

 

ΒΓΗΚΑ ΝΩΡΙΣ

Βγήκα νωρίς
στους πράσινους κήπους,
πριν προλάβουν να ξυπνήσουν
τα γιασεμιά κι οι μέλισσες.
Βγήκα νωρίς,
πριν γίνουν ατμός
οι ασχημάτιστες δροσοσταλίδες.

Ναι, βγήκα νωρίς.
Δε λέω,
μπορεί να μην είδα
πεταλούδες, ρόδα κι έντομα
μα είδα
τα υγρά όνειρα του εωθινού,
το ξεψύχισμα της άγουρης νύχτας,
το αόρατο αγκάλιασμα του ορατού με το άυλο…

Ναι, βγήκα νωρίς
-το ξέρω-
μα δεν το μετανιώνω.

 

ΠΕΜΠΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ, ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Θεέ μου,
χειρονομούν και μιλούν
με χίλιους δυο τρόπους
πασκίζουν για έκφραση
και τίποτε δεν καταφέρνουν
γυροφέρνοντας στα ίδια και τα ίδια
αναμασώντας την αχρηστία τους.
Κι όλα τούτα τα καμώματα
τα τόσα σχήματα και χρώματα,
Θεέ μου,
κανένα μα κανένα έχουν προορισμό.
Και καταλήγουν στη λεπτομέρεια
γεμίζοντας τις καρδιές τους
ρυτίδες, λίγδα, σκοτάδι. Ο θάνατος.

Είναι παλιό το παραμύθι.
Κουράστηκα να το λέω.
«… τα πουλιά δε θα σε σώσουν,
ούτε οι παρδαλοί σου οι φίλοι,
ούτε τα ταξίδια, ούτε τα όνειρα…»

Πάει πια
η ζωή σου κατάντησε
μια μεταχειρισμένη υπόθεση,
όπως οι χιλιοπατημένοι δρόμοι της Νέας Υόρκης.

 

ΜΑ ΩΣ ΠΟΤΕ ΠΙΑ!

Ως πότε πια να κάθομαι
να γεμίζω τα χαρτιά με μελάνι
να πνίγομαι μέσα σε φτωχές αναμνήσεις;
Τί μου στέλνεις τούτα τα πρόσωπα
που ν’ αγαπήσουν, ούτε ν’ αγαπηθούν ξέρουν;
που δε μπορούν ν’ αγαπήσουν
ούτε τα μάτια μου, ούτε την ποίηση;
τί μου τα στέλνεις
και μου γεμίζουν τα χέρια αγκάθια
το πουκάμισο κόκκινους λεκέδες
τη ψυχή μου μουχλιασμένα σύννεφα;
τί μου στέλνεις τούτες τις νεκρόμασκες
να μου κλέβουν τη σκέψη, τις ώρες, το αίμα μου;
Τί να τους πω, τί να τους δείξω για να πιστέψουν
που τ’ αυτιά τους γέμισαν τσιμέντο
και τα μάτια τους τσιγαρόσκονη;
Ω ήλιε, ήλιε αδελφέ μου,
μόνο στη φωτιά σου θα ξεδιψάσω.
Οι προδομένοι άγγελοι
ας δικαιολογήσουν την πίκρα μου.
Η άνοδος είναι ο αντικατοπτρισμός
του βυθίσματος στο έρεβος.
Άγγελοι, σκεπάστε με στις φτερούγες σας.
Διψώ, καίομαι. Βοήθεια! Νερό, Φώς!

 

ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΝΤΥΜΠΟΥΑ

Θα πεθάνουμε, Αικατερίνη, θα πεθάνουμε.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για ν’ αθανατίσουμε,

Η δύναμη μας δεν κρύβεται άλλο.
Ξέφυγε, άπλωσε, προχώρησε.
Τούτο το πουκάμισο δε μας χωράει πια.
Γυμνοί κι αγέρωχοι ζούμε χωρίς φωτοσκιάσεις,
Ό,τι έχουμε ανήκει στον Ήλιο.
Μια φωτεινή σπαθιά κατακόρυφη έγινε το σώμα

Αικατερίνη,
η άρνησή σου μας οδήγησε στη μοναξιά,
η μοναξιά στη ψυχή
η ψυχή στο φώς
το φώς στην αθανασία.

Σ’ ευχαριστούμε, Αικατερίνη, που υπήρξες.
Χωρίς εσένα ποτέ δε θα γινόμαστε γίγαντες.

 

ΠΗΡΑΜΕ ΓΙΑ ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Πήραμε για σημαία μας
τη στάχτη του κόσμου
και για τρόπο ζωής,
την άλλη υπόσταση του ανθρώπου…
-την περιφρονημένη…

Όλη σκληρή, απάνθρωπη, πικρή!

Κάθε μας στοχασμός
μια διείσδυση στην ελευθερία.
Κάθε μας στοχασμός
μια διείσδυση στην αλήθεια.

Είμαστε μόνοι,
όπως τ’ αστέρια.
Είμαστε περιπλανώμενες ψυχές,
όπως τ’ αστέρια…

Χωρίς μορφή, χωρίς όνομα
χωρίς όνειρα ή πατρίδα,
όπως τ’ αστέρια.

Και ακολουθώντας μόνο τη φωνή μας
φωτίζουμε σιωπηλά τον κόσμο
όπως τ’ αστέρια.

 

ΕΠΕΙΔΗ …

Επειδή πολύ μιλήσαμε για σένα
πολύ ελπίσαμε, πολύ απελπιστήκαμε.
Επειδή πολύ σ’ αγαπήσαμε
πολλές νύχτες, πολλές άδειες νύχτες.
Επειδή τόσο πολύ σε στοχαστήκαμε
τόσο πολύ σ’ αναζητήσαμε
μέσα στο αίμα
μέσα στο φώς
μέσα στις λέξεις
μέσα στη σιωπή
μέσα στο όνειρο
που στο τέλος έγινες και σύ όνειρο
περνώντας έτσι, άνεμος μέσα στον άνεμο.

Τώρα μετροφυλλούμε βιβλία
γράφουμε ποιήματα για εφημερίδες
μοιράζουμε με την ίδια απερισκεψία
το σκοτάδι και το φώς,
ύστερα ολοένα αλλάζουμε
σπίτια, ιδεολογίες, γυναίκες, πατρίδα…

Θα μπορέσουμε άραγε, έτσι;
Θα μπορέσουμε να ξεγελάσουμε την καρδιά

 

ΣΤΙΣ ΣΗΜΑΙΕΣ ΠΟΥ ΞΕΦΤΙΣΑΝ

Οι σημαίες κυματίζουν ανάποδα.
Πού’ ναι η πατρίδα;
Πού’ ναι οι ήρωες;
Οι σημαίες έγιναν σκιάχτρα
στα χωράφια των λαών
να τρομάζουν την ελευθερία.
Πού’ ναι η πατρίδα;
Πού ’ναι οι ήρωες;

Ερήμωση.
Οι σημαίες σημειώνουν σηψαιμία.

 

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Μα εγώ πατερούλη,
εγώ, ο μεγάλος ελεύθερος
χουφτιάζω
το φώς για σημαία,
για πατρίδα την ποίηση
και ξαγρυπνώ φρουρός
στις αυλάδες του κόσμου,
με την Αλήθεια για όπλο
και τους στίχους φυσέκια.

Περνούν οι αιώνες,
λαοί και βασίλεια,
φωνές, αναμνήσεις, σχήματα.
Μα εγώ εκεί. Το τραγούδι μου.

Πατερούλη,
ο γιός σου, ο μεγάλος ακρίτας,
ξημερώνει στ’ οδόφραγμα,
χίλια εννιακόσια εξήντα εννέα τόσα χρόνια.
Μπορείς να κοιμηθείς με χαμόγελο.
Τα όνειρα σου, αίμα μου!

 

ΣΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ

Κατά πού ν’ απλώσουμε
τα χέρια
τώρα που μας έκλεψες το μερίδιο;
Ποιό δάκτυλο θα μας δείξει
το δρόμο
τώρα που μετουσίωσες όλα τα δάχτυλα
σε λαλέδες πολύχρωμους;
Πώς να χορτάσουμε τη δίψα μας
τώρα που μας άδειασες όλα τ’ αλακάτια;
Πώς το θέλεις να αναπνεύσουμε άλλο
τώρα που ρούφηξες τον άνεμο;

Με άλλα λόγια μη μεταφράζεις οτιδήποτε
σε φώς. Άσε μας τουλάχιστον να ζούμε με την ελπίδα
πως κάποια μέρα τάχατες ίσως μπορέσουμε
να πορευτούμε με μόνο σύντροφο το αίμα μας.
Με άλλα λόγια, μην απλώνεις τα χέρια σου
έξω από τον κύκλο σου. Στάσου μέσα στον κόσμο σοι
μέσα στη ράτσα σου, κάτω από τον Ήλιο,
μέσα στο Φώς, μέσα στα σύνορα του πρώτου Γαλαξία
ό,τι όνομα κι αν του δίνεις, μα μείνε εκεί.

Όσο για μάς, άφησε τουλάχιστον
μια χάρτινη σημαιούλα του Ήλιου, για να μπορέσουμε
να παίξουμε το παιγνίδι του μολυβένιου στρατιώτη,
Προσκυνώ.

 

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Τίποτε, Θεέ μου, τίποτε
Ερήμωση.
Χάος.
Τίποτε
Είμαι χαμένος
Όχι… όχι… όχι.
Επανάσταση.
Ναι, γρήγορα, για όνομα του Θεού.
Γρήγορα, μια σημαία.
Επανάσταση.

 

ΕΚΚΛΗΣΗ

Ω, εσείς που συνεχίζετε
στον έξω κόσμο μια κανονική ζωή
δίχως κινδύνους κι άλλες ταλαντεύσεις

Μη μας κατηγορήσετε πως συνηθίσαμε,
πως τάχα δεν πικραίνεται η καρδιά μας

έστω κι αν μόνοι μας διαλέξαμε
αυτό τον άγριο δρόμο.

 

ΜΠΕΤΟΒΕΝ, «ΗΡΩΙΚΗ»

Της ευλογίας λόγια υπεράξια
που αιώνες στεγνώνατε στο λαιμό,
ξεχυθείτε.
Χείμαρροι το φώς σου, Κύριε.
Χέρια υψωθείτε
ν’ αγγίξετε το άπιαστο.
Μάτια, ατενίστε, ατενίστε,
το Υπεράγιο Φώς.

 

ΤΑ ΠΑΡΔΑΛΑ ΣΟΥ ΟΝΕΙΡΑ

Τα παρδαλά σου όνειρα
με το ύφος της ασυνέπειας
κι αυτό σου
το καρναβαλίστικο πρόσωπο
με τα άχαρα μάτια.

Μην τα πλασάρεις
σα σύμβολα μιας φιλοσοφίας.

Η ευαισθησία κι η συνέπεια
δεν ανήκουν μόνο στους ποιητές.

Κι αν σε ρωτήσουν
καμιά φορά
ποιοι τάχατες
αλλάζουν τον κόσμο
οι ποιητές ή τα κόμματα,
μη ντραπείς
να τους απαγγείλεις δυο-τρείς στίχους.

 

ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ

Είναι μια ύπαρξη απλή,
όλο αίμα και φώς,
που κατεβαίνει βαθιά από τους Γαλαξίες
και σκεπάζει το άπειρο
με μια ευαίσθητη διάφανη μελωδία,
που δεν είναι ούτε θεϊκιά, ούτε ανθρώπινη.
Ποιητή, ποιητή,
αθεράπευτε εραστή της αθανασίας,
μέσα από τα δάκρυα σου
θ’ ανατείλει ο ήλιος της λευτεριάς
μέσα από τις φλέβες σου
θα αναβλύσουν χαμόγελα
στις παρυφές της αγωνίας σου
θα φυτρώσουν ηλιοτρόπια.
Ποιητή, ποιητή,
αγαπημένο πρωτοσυντρόφι του Χριστού,
ο πυρετός σου θα λιώσει τους πάγους
και τα καράβια μας ελεύθερα
θα αρμενίσουν και πάλι το Αιγαίο.

 

ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ

Έπαιρνε τη ζωή απλά και με δέος.
Δεν κάτεχε από δύναμες ή μαγικά.
Στο γέμισμα του κύκλου
είδε το όνειρο: «Μαύρο ή Άσπρο;»
Προτίμησε το χρώμα του.
Αρματώθηκε, πλήγωσε, ματώθηκε
Ώσπου ο πόνος τον απλοποίησε.

Άδειασε από πέτρα, γέμισε αίμα.

Όσοι τον νιώσανε, σώπασαν.
Οι υπόλοιποι τον κούρασαν
με πυροτεχνήματα, τίτλους και μ’ άλλα ηχηρά παρόμοια
Ώσπου ο Θεός τον λυπήθηκε.

Άδειασε από αίμα, γέμισε φώς.

Έτσι λυτρωμένος από πέτρες και γαίματα
δε χάραξε ούτε ένα άλφα
μέχρι που έσβησε.

Δικαιοσύνη, κανείς δεν τον ξέχασε.

 

ΤΟΥΤΟΣ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΕΣ

Μνήμη κι αγάπη
στο σκοτεινό ποιητή
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Τούτος ο άνεμος που γνώρισες…
Τούτος ο άνεμος,
που τόσα πολλά σου έδειξε,
δεν έχει όνομα, δεν έχει ιστορία.
Τούτος ο άνεμος
που τόσο σε βασάνισε,
δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά η μοίρα σου.
Η άλλη σου υπόσταση
που γνώριζε μόνο το μαύρο ήλιο.
Το μαύρο ήλιο του ντουέντε.
Ο ίδιος ήλιος που σ’ αφάνισε.

……………………………………………….

Η ψυχή σου ανήκε στο ντουέντε.
Έπρεπε να πληρώσεις, Φεντερίκο.
Ο σκοτεινός άγγελος
δεν κατέχει από ποίηση και τέτοια.
Και το ’ξερες αυτό, Φεντερίκο.
Το ‘ξερες πολύ καλά.

 

ΘΑΡΘΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ

Θαρθούν κάποτε
στιγμές και ώρες εξαίσιες
που θα γεμίσουν
τις μεγάλες άδειες στέπες του μυαλού
με λουλούδια αιθέρια…

Θαρθούν κάποτε
στιγμές και ώρες εξαίσιες
που θα πίνουν οι άγγελοι νερό
μέσα στις χούφτες…

 

ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ Τ’ ΑΣΑΛΕΥΤΑ

Αυτά τα δέντρα τ’ ασάλευτα.
Ο μικρός Χριστός
που κοκκίνιζε μπροστά στα κορίτσια.
Το αγκαλιασμένο ζευγάρι
που κρατιόταν σφιχτά
—από φόβο μη φύγει ο ένας του άλλου.
Ύστερα πάλι
εκείνος ο επίμονα μονότονος
θλιμμένος ουρανός.
Κι εσύ
που με την τεράστια απουσία σου
άδειαζες τους δρόμους και τις πλατείες
και γέμιζες τη ψυχή μου
με χάος και λύπη κι ερημιά.

Μα πώς επιτέλους να στο πω;
κοίτα,
σ’ αγαπώ γιατί υπάρχεις.
Φτάνει που υπάρχεις
και γω θα σ’ αγαπώ.

 

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

I

Εγώ, συντρόφια μου,
δεν κατέχω πολλά πράγματα.
Είμαι σχεδόν αγράμματος.
Ανοίγω την καρδιά μου
και περνά
ο Ήλιος
ο Κόσμος
ο Θεός
και μεθυσμένος από πολλή αγάπη και φώς
τραγουδώ
τραγουδώ
τραγουδώ
για να κρατήσω άσπιλο κι ακέραιο
τον προορισμό του ανθρώπου.

II

Κι αν θελήσεις να διεκδικήσεις τον τίτλο του ποιητή
δεν υπάρχει άλλος τρόπος, μα να ραντίσεις το αίμα σου
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
και την καρδιά σου να κάψεις
στη φωτιά που φωτίζει τον κόσμο,
για χάρη της «καθαρότητας των ουρανών»,
—που λέει κι ο Ελύτης.

IΙΙ

Αφού
ετάχτηκα
να γράφω στίχους
θα οδηγήσω το στοχασμό μου
ως την ύστερη ένταση της λέξης.
Ύστερα
το σύστημα του άλλου Γαλαξία
θα μου μάθει
τους στίχους του σύμπαντος.

IV

Και
ποιος σας είπε
ότι αυτό που κάνω
λέγεται ποίηση;
Εγώ απλώς
αντιγράφω αδέξια τον Ήλιο.

 

ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

…Κι οι ποιητές να γράφουν πρέπει διαρκώς γιατί έξαφνα πεθαίνουν.
Κι όταν νιώθεις τη ανάγκη να γράψεις δεν συζητάς το θέμα
αλλά παίρνεις την πέννα και γράφεις ώσπου να λυτρωθείς.
Δεν ξέρω ώσπου μπορεί να φτάσει κανείς με τις λέξεις.
Αν η ποίηση είναι αρκετή να μας ελευθερώσει, πριν ανταμωθούμε με το θάνατο.
Ο θάνατος όταν σε βρει με προσωπείο κι αλυσίδες, ε, τότε πράγματι είναι φοβερό. Πεθαίνοντας έτσι τι μπορεί να κερδίσεις έξω από σκουλήκια;
Είναι περισσότερο η αγωνία του θανάτου που σε σκοτώνει. Η ψυχή σου θα ‘ναι κιόλας νεκρή πριν πεθάνεις. Θα ζεις στην οσμή των πτωμάτων.
Το θάνατο το φέρνουμε μέσα μας, και είναι αυτό το απροσδιόριστο που μας δυσκολεύει ν’ αγαπάμε, να ονειρευόμαστε, να πιστεύουμε.
Είναι αυτό το αόριστο χώρισμα, αυτός ο άυλος τοίχος που κρατά τους ανθρώπους σ’ απόσταση τον ένα απ’ τον άλλο, από την ίδια τους την ψυχή ακόμα.
Μερικές φορές σκέφτομαι μήπως σπαταλώ άδικα τις ώρες μου, μήπως οι στοχασμοί κι οι στίχοι μου είναι λόγια που θα θαφτούν κάτω από άλλα λόγια και κείνα κάτω από τα άλλα που θα ειπωθούν αργότερα.
Κι όμως αυτή η δύναμη που με κάνει να στοχάζομαι και να γράφω, αυτή μου η τάση να αναλύω το κάθε τι, αυτό το ασύχαστο ηφαίστειο που κοχλάζει μέσα μου, αυτή η ακαθόριστη διαίσθηση που με οδηγεί όλο και πιο κοντά στο Αληθινό και στο αιώνιο.
Ποιός μπορεί να με πείσει πως όλα αυτά είναι δείγματα ψευδαίσθησης ή αεροβαδίσματος;
Οι νόμοι θεσπίζονται για να εξυπηρετούν τους ανθρώπους και όχι
οι άνθρωποι τους νόμους!
Διότι τότε έχουμε στυγνή δικτατορία και τότε επιβάλλεται
ανυπακοή και αντίσταση αν οι πολίτες θέλουν ακόμη να διατηρούν την αξιοπρέπεια τους και τη διαφορά που τους κάνει να ξεχωρίζουν από τα κτήνη.

Η πρόοδος επιτυγχάνεται μόνο με επανάσταση. Όταν λέω επανάσταση δεν εννοώ μόνο την ένοπλη. Επιστημονική βιομηχανική, κοινωνική, πνευματική, ακόμη κι ατομική.
Σήμερα, τη χρονική αυτή στιγμή, η ανάγκη της επανάστασης, γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική. Ιδίως στον κοινωνικό και πολιτικό τομέα. Είναι καιρός τ’ άτομα, οι πολίτες ενός κράτους να ενδιαφερθούν ενεργητικότερα στον τρόπο της διακυβέρνησης του τόπου όσο και για την πολιτική της κυβέρνησης.
Ιδίως οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν καθήκον να συμμετάσχουν σε πρώτο πλάνο στα της πολιτείας, διότι είναι οι οδηγοί και οι εκφραστές της κοινής γνώμης.

 

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

1. Ευφροσύνη! Το μεγαλείο της γνώσης ας αντιταχτεί στο πανάρχαιο σχήμα,
στη θαλπωρή της καρδιάς.
Η έρημος στεγνώνει τ’ ασκιά της καρδιάς. Η έρημος είναι αδέκαστη.
Η καρδιά οδηγεί στην Αγάπη. Κι η Αγάπη στην έρημο. Όμως η Αγάπη δεν αντέχει την κάψα της ερήμου, την έλλειψη της βλάστησης κι εξαντλείται γρήγορα. Η έρημος είναι γεμάτη νεκρές, χαμένες αγάπες.
Η καρδιά σου δίνει μόνο τη δυνατότητα ν’ αντικρίσεις την έρημο. Μην την κουβαλήσεις όμως μαζί σου. Χωρίς λύπη, χωρίς δάκρυ αποχωρίσου την. Τουλάχιστον δώσ’ της τη δυνατότητα να πεθάνει αξιόπρεπα.

2. Τώρα η έρημος.
Άγνωστη-αδέκαστη-ανέκφραστη!
Και το υπερευαίσθητο κρίνο
μεταμορφώνεται σε πύρινη ρομφαία.
Η ψυχή αεί οδηγός.
Άγγελοι φοβεροί,
Αγριεμένοι ερημίτες
καραδοκούν ζυγιάζοντάς με
στο σκοτεινό τους βλέμμα.
Ο οργισμένος προφήτης,
-ο Άρχοντας της Ερήμου-
θα προβάλει σε λίγο.
Ψυχή, στο ύψος σου!
Η ρομφαία σε θέση κτυπήματος!
Η δοκιμασία, η δοκιμασία!

 

ΘΑΝΑΤΟΣ, Η ΑΝΑΠΑΨΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ

… Κάποτε ο πολεμιστής αποκάμνει, αποσύρεται για λίγο-
κοινός θάνατος, που λένε τούτοι της γής οι εύκολοι —πηγαίνει
παράμερα, στον ίσκιο’ ξεκουράζεται κομμάτι, ξεπλένεται απ’ τις
σκόνες και τα γαίματα, αλλάζει τα σχισμένα του ρούχα, τη φθαρμένη πανοπλία, τα ραγισμένα του κοντάρια, πίνει δυο-τρεις
χούφτες δροσερό νεράκι και αφήνοντας τη φιλόξενη σκιά, νάτονε
πάλι με κραυγές πολεμικές να ορμά στο συρφετό της μάχης μέσα.
Και αυτό πάει και πάει ώσπου οι βάρβαροι λυγίσουν, οι γραμμές
τους αραιώσουν κι η υποχώρηση σημάνει.
Τότες κι ο φίλος μας ο πολεμιστής γυρίζει πίσω στο σπίτι,
στους δικούς —μια και πέτυχε στην αποστολή του —να απολάψει
τους χρόνους του Ήλιου και της Γαλήνης.

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

 

NICANOR PARRA
Χιλή

 

ΖΗΤΙΑΝΟΣ
(Mendigo)

Δε μπορείς να ζεις στην πόλη
χωρίς τ’ απαραίτητα μέσα για συντήρηση.
Η αστυνομία εφαρμόζει το νόμο.

Μερικοί είναι στρατιώτες
που έχυσαν το αίμα για την πατρίδα
(αυτό σε εισαγωγικά)
Άλλοι είναι πονηρομπακάληδες
που κλέβουν ένα ή δυο ή τρία γραμμάρια
από ένα κιλό σταφίδες,

Και οι υπόλοιποι είναι παπάδες
που γυρνοφέρνουν μ’ ένα βιβλίο στα χέρια.

0 καθένας τους ξέρει τη δουλειά του.

Και ποιά νομίζετε, είναι η δική μου;
Τραγουδώ, κοιτώντας τα κλειστά παράθυρα
μπας και τ’ ανοίξουν
και
μου πετάξουν
κανένα κέρμα.

 

ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
(Iovenes)

Γράφετε όπως θέλετε
σ’ οποιοδήποτε στυλ σας αρέσει.
Πάρα πολύ αίμα έχει χυθεί κάτω από το γιοφύρι,
που θα ‘ταν ηλίθιο να πιστέψετε
πως μόνο ένας δρόμος είναι ο σωστός.

Στην ποίηση τα πάντα επιτρέπονται.

Με μόνο αυτόν τον όρο, βεβαίως:
Να γίνετε κύριοι της λευκής σελίδας.

 

NICOLAS GUILLEN
Κούβα

 

Ο ΚΑΝΤΑΛΙΣΟ Σ’ ΕΝΑ ΜΠΑΡ
(Cantaliso en un bar)

(Τουρίστες σ’ ένα μπαρ. Ο Κανταλίσο, η κιθάρα του.)

—«Μή με πλερώνετε για να τραγουδήσω
ό,τι δεν πρόκειται να τραγουδήσω.
Τώρα θ’ ακούσετε όσα ’θελα να πω
και δεν είπα προηγουμένως.

Ποιός σας έστειλε;
Σπαταλήστε τα λεφτά σας,
πιέστε το πιοτό σας,
αγοράστε μια μαράγκα —
μα δε μπορείτε να μ’ αγοράσετε εμένα,
όχι εμένα,
όχι εμένα.

Όλοι αυτοί οι ροδοκόκκινοι Γιάνκηδες
γιοί της γαρίδας,
γεννημένοι από μια μπουκάλα,
μια μπουκάλα ρούμι.

Ποιός σας είπε να ‘ρθετε;

Εσείς ζείτε
εγώ πεθαίνω,
τρώτε και πίνετε
μα όχι εγώ,
όχι εγώ.

Αν και είμαι ένας φτωχόνεγρος
το ξέρω ότι ο κόσμος δεν πάει καλά.
Αι, και ξέρω ένα κόλπο
που θα τον φτιάξει μια χαρά.
Ποιός σας έστειλε;
Όταν πάτε πίσω, στη Νέα Υόρκη,
να μου στείλετε μερικούς φουκαράδες
φτωχαδάκια σαν και μένα
φτωχαδάκια σαν και μένα.
Θα τους δώσω το χέρι
και θα τραγουδήσω μαζί τους
γιατί το τραγούδι που ξέρουν
είναι το ίδιο που ξέρω και γω.

 

SALVATOR NOVO
Μεξικό

 

Ο ΦΙΛΟΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ
(El amiko ido)

Ο Ναπολέων μου γράφει :
«Το Κολλέγιο είναι πολύ μεγάλο
σηκωνόμαστε πολύ νωρίς,
δε μιλάμε τίποτε άλλο, παρά εγγλέζικα,
σου στέλνω μια φωτογραφία του χτιρίου…»

Δε θα ξανακλέψουμε γλυκά μαζί
από τη ντουλάπα ή να τρέξουμε στο ποτάμι
να βρέξουμε τα πόδια
ή να κόψουμε αιματόχρωμα καρπούζια.

Τώρα ετοιμάζομαι για τις τελικές μου εξετάσεις.
Ύστερα, κατά τα φαινόμενα,
θα μάθω ό,τι πρέπει να ξέρω,
θα γίνω γιατρός,
θα έχω φιλοδοξίες, γενειάδα, μακριά παντελόνια.

Μ’ αν θα κάνω γιό
δε θ’ αφήσω κανένα να τον διδάξει τίποτε,
τον θέλω να ‘ναι τεμπέλης κι ευτυχισμένος
όπως ποτέ μου δε μπόρεσα να ‘μαι
εξ αιτίας των γονιών μου
όχι των γονιών μου,
των προπάππων μου,
όχι των προπάππων μου,
μα εξαιτίας του Θεού.

 

LUIS CARDOZA Y ARAGON
Γουατεμάλα

 

ΡΟΜΑΝΤΖΑ ΣΤΟΝ ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ
Romance de Federico Garcia Lorga

Ο Τσαπουκαλής Τσιγγάνος έφυγε
με την όμορφη μιγάδα
και με μια γερή κιθάρα
εύθυμος και περίεργος να βρει
γιατί «Του Αντώνιο, η γυναίκα,
με τέτοιο τρόπο περπατεί…»

Γυναίκες στα μπαλκόνια
και νεράιδες και τρίτωνες
τραγουδούσαν μαργαριταρένια τραγούδια
στον ποιητή της Γρανάδας:
«Έλα από δω, Φεντερίκο,
κάμε τα πορτοκάλια να ευωδιάσουν
και τους ανανάδες και τα μήλα.
Θα σου στύψω ένα πιοτό
από ανθισμένα δειλινά και τραγούδια,
τη μουσική των χορών,
και το βαθύ τραγούδι: το χρώμα.
Η κιθάρα γκαστρώθηκε
(ίσως με την αυγή, μ’ όμορφες μιγάδες
ή με τον κορυδαλλό)
που τραγουδά σαν κοριτσόπουλο
με πιο λεπτούς γοφούς
και πιο στρόγγυλη σιλουέτα,
με φωνή τόσο γλυκιά
που τις μέλισσες ακόμα ξεγελά.
Έλα, από δω, Φεντερίκο
θα τα βάψουμε όλα μαύρα
τα πρόσωπα και τα κορμιά μας,
θα κάνουμε κότσο τα μαλλιά,
θα βάψουμε και τον ύπνο, ακόμα..
Είναι κάτι τραγούδια νέγρικα
σαν βαρυψημένα σταφύλια.
Είναι κάτι ζαχαρόσποροι
πιο γλυκοί κι από τ’ αυγερινά τ αστέρια.

Ο Τσαπουκαλής Τσιγγάνος έφυγε
με την όμορφη μιγάδα
εύθυμος και περίεργος να βρει…
και κάνανε έρωτα στ’ ακρογιάλι
και σαν ξυπνήσανε,
βρήκανε τον ήλιο μέσα στην κιθάρα τους

 

Μ1ΚΙ ROFU
Ιαπωνία

 

META TO ΦΙΛΙ

«Κοιμάσαι»,
«Όχι», είπες.
Άνθη του Μαγιού
ν ανθίζουν μες το μεσημέρι

Μέσα στη χλόη
κοντά στη λίμνη
κάτω από τον ήλιο

«Θα μπορούσα
να κλείσω τα μάτια
και να πεθάνω εδώ», είπες.

 

TSUBOI SHIGEJI
Ιαπωνία

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Το Φθινόπωρο κάποιος φίλος
μου έστειλε ένα μήλο
πήγα να το φάω
όλο μονομιάς.

Κόκκινο: ολοκόκκινο

Στην παλάμη μου, ασήκωτο
Ασήκωτο όπως ο κόσμος.

 

MARUYAMA KAORU
Ιαπωνία

 

TOΥ ΧΩΡΙΣΜΟΥ Ο ΠΟΝΟΣ

Στ’ αφτί μιας άγκυρας ένας γλάρος
κάθεται
Ξαφνικά, χωρίς λέξη, η άγκυρα γλιστρά
κάτω.
Τρομαγμένος, ο γλάρος πετά μακριά.

Βιαστική, η άγκυρα γέρνει χλωμή
μεσ’ το νερό.

Βυθίζεται.
Κι αυτό που ο γλάρος νιώθει
γίνεται σκούξιμο λυπημένο κι άγριο,
χαμένο μεσ ’τον άνεμο.

 

VCQUES PREVERT
Γαλλία

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ

Η μητέρα κάνει πλεχτό
ο γιος κάνει πόλεμο.
Το βρίσκει πολύ φυσικό αυτό η μητέρα.
Κι ο πατέρας, τί κάνει ο πατέρας;
Ο πατέρας κάνει «μπίζνες»
η γυναίκα του πλεχτό
ο γιός του πόλεμο
αυτός τις «μπίζνες» του.
Το βρίσκει πολύ φυσικό αυτό, ο πατέρας.
Κι ο γιός, ο γιός τί να βρίσκει, ο γιός;
Δεν βρίσκει τίποτε, απολύτως τίποτε ο γιός.
Ο γιός, η μητέρα του κάνει πλεχτό,
ο πατέρας του «μπίζνες», αυτός πόλεμο.
Όταν τελειώσει ο πόλεμος
θα κάνει «μπίζνες» με τον πατέρα του.
Ο πόλεμος συνεχίζεται, η μητέρα συνεχίζει να πλέκει,
ο πατέρας συνεχίζει τις «μπίζνες»
ο γιός σκοτώθηκε, δε συνεχίζει άλλο.
Ο πατέρας κι η μητέρα, πάνε στο νεκροταφείο.
Το βρίσκουν πολύ φυσικό αυτό,
ο πατέρας κι η μητέρα.
Η ζωή συνεχίζεται. Η ζωή με το πλεχτό,
τον πόλεμο, τις «μπίζνες».
Οι «μπίζνες», ο πόλεμος, το πλεχτό, ο πόλεμος,
οι «μπίζνες», οι «μπίζνες», οι «μπίζνες»
η ζωή με το νεκροταφείο.

 

PAUL ELUARD
Γαλλία

 

ΕΚΕΙΝΗ, Η ΠΑΝΤΟΤΕΙΝΗ

Αν σας πω «Τα ‘χω εγκαταλείψει όλα»
σημαίνει πως δεν είναι εκείνη του κορμιού μου.
Ποτέ δεν καυχήθηκα γι αυτό.
Δεν είναι αλήθεια.
Κι η καταχνιά όπου κινούμαι
ποτέ δε ξέρει αν πέρασα.

Η βεντάλια των χειλιών της,
η ανταύγεια των ματιών της
μόνο εγώ είμαι κυκλωμένος
από αυτό τον τόσο μηδαμινό καθρέφτη
όπου ο αγέρας κυκλοφορεί μέσα μου.
Κι ο αγέρας έχει ένα πρόσωπο
ένα πρόσωπο αγαπημένο,
ένα πρόσωπο που αγαπά, το δικό σου πρόσωπο.

Σε σένα που δεν έχεις όνομα
και οι άλλοι δε σε γνωρίζουν
Η θάλασσα σου λέει: πάνω μου.
Ο ουρανός σου λέει: πάνω μου.

Τ’ άστρα σε διαισθάνονται, τα σύννεφα σε φαντάζονται
και το αίμα που χύνεται στις πιο ακριβές στιγμές
το αίμα της γενναιοφροσύνης,
σε μεταφέρνει με ηδονή.

Τραγουδώ τη μεγάλη χαρά να σε τραγουδώ
τη μεγάλη χαρά να σ’ έχω ή να μη σ’ έχω,
την ειλικρίνεια να σε περιμένω,
την αθωότητα να σε γνωρίζω.
Ω, εσύ που εξαλείφεις τη λησμονιά,
την ελπίδα και την άγνοια,
που εξαλείφεις την απουσία και με φέρνεις στον κόσμο.

Τραγουδώ για να τραγουδώ
σ’ αγαπώ για να τραγουδώ
το μυστήριο όπου η αγάπη
με δημιουργεί κι αυτολυτρώνεται

είσαι αγνή,
πιο αγνή κι από μένα
τον ίδιο ακόμη.

 

CARL SANDBURG (June 13, 1943)
Η.Π.Α.

 

Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ MIA ΣΥΝΗΘΕΙΑ
(Freedom is a Habit)

Η Λευτεριά είναι μια συνήθεια
κι ένα φορεμένο σακάκι.
Μερικοί γεννιούνται για να το φορούν
άλλοι για να μην το γνωρίσουν ποτέ.

Η Λευτεριά είναι φτηνή
ή πάλι σαν μια φορεσιά, τόσο ακριβή,
που οι άνθρωποι την πληρώνουν με τη ζωή τους
για να την έχουν.

Η Λευτεριά είναι αόρατη:
αυτοί που την έχουν
συχνά, δεν ξέρουν πως την έχουν
μέχρι που να τους την πάρουν
και τότες μαθαίνουν τί έχασαν.

Τί να σημαίνει αυτό;
Να ‘ναι τάχατες γρίφος; Ναι, πρώτο απ όλα απαντιέται
στ’ αλφαβητάρια των γρίφων.

Το να ‘σαι λεύτερος είναι έτσι κι έτσι
το μπορείς και δεν το μπορείς.
Οι πεζοί μπορεί να ‘χουν λευτεριά
μόνο αν η λευτεριά τους δε γίνει πεζή.
Οι δρομείς μπορεί να ‘χουν λευτεριά
μόνο αν η λευτεριά τους δεν τους ξεπεράσει.
Συχνά φαγάδες έχουν καταβροχθίσει
τη μερίδα της λευτεριάς τους και τώρα πεινούν.
Συχνά πότες παράχυσαν
το κρασί της λευτεριάς τους και τώρα διψούν.

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: